αἰνιγματικῶν

αἰνιγματικός
in riddles
fem gen pl
αἰνιγματικός
in riddles
masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίνιξις — αἴνιξις, η (Α) [αἰνίσσομαι] χρησιμοποίηση ασαφών, αινιγματικών εκφράσεων ή υπαινιγμών στον λόγο ή στο γράψιμο …   Dictionary of Greek

  • Μπακόλ, Λορίν — (Lauren Bacall, Νέα Υόρκη 1924 –). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Αμερικανίδας ηθοποιού του κινηματογράφου Μπέτι Τζόαν Πέρσκε (Betty Joan Perske). Με σπουδές στην σχολή AADA στην γενέτειρα της, βαθιά φωνή και κοφτή εκφορά λόγου, η Μ. συνδέθηκε κυρίως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.